Η συζήτηση για τη δημοσιονομική πολιτική επιστρέφει συχνά στο ίδιο δίλημμα: πόσο γρήγορα μειώνεται το χρέος και πόσο κόστος επιβαρύνει η προσαρμογή στην πραγματική οικονομία. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο ρυθμός. Είναι σύνθεση: ποιες δαπάνες προστατεύονται, ποια έσοδα σταθεροποιούνται και ποιες επενδύσεις προχωρούν ανεξάρτητα από τον κύκλο.

Στην ελληνική περίπτωση, η ανάκαμψη των τελευταίων ετών στηρίχθηκε σε ένα μείγμα εξωτερικής ζήτησης, ευρωπαϊκών πόρων και ιδιωτικών επενδύσεων. Η σταθερότητα αυτή είναι πραγματική, αλλά παραμένει εύθραυστη όσο η παραγωγική βάση μένει στενή και η προστιθέμενη αξία συγκεντρώνεται σε λίγους κλάδους.

Τι σημαίνει χώρος για επενδύσεις

Ο δημοσιονομικός χώρος δεν είναι λογιστικό υπόλοιπο. Είναι η ικανότητα του κράτους να χρηματοδοτεί έργα με μετρήσιμη απόδοση χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του χρέους. Αυτό απαιτεί αξιολόγηση χαρτοφυλακίου έργων, ώριμο σχεδιασμό και θεσμούς που παρακολουθούν την υλοποίηση, όχι μόνο την προκήρυξη.

Η ποιότητα των δημόσιων επενδύσεων μετράει περισσότερο από το ονομαστικό τους ύψος.

Η εμπειρία των τελευταίων προγραμματικών περιόδων δείχνει ότι η καθυστέρηση στην ωρίμανση των μελετών κοστίζει περισσότερο από την έλλειψη πόρων. Όταν ένα έργο ξεκινά χωρίς πλήρη σχεδιασμό, το κόστος αναθεωρείται, το χρονοδιάγραμμα επιμηκύνεται και η αναπτυξιακή του επίδραση μετατίθεται στην επόμενη δεκαετία.

Τρεις προτεραιότητες

  1. Σταθερό πλαίσιο αξιολόγησης έργων με κριτήρια απόδοσης και κοινωνικού αποτυπώματος.
  2. Ενίσχυση της τεχνικής ικανότητας των φορέων υλοποίησης, ιδίως στην περιφέρεια.
  3. Διαφάνεια στα δεδομένα υλοποίησης, ώστε η δημόσια συζήτηση να βασίζεται σε τεκμηρίωση.

Η επόμενη δεκαετία θα κριθεί από την ικανότητα να συνδεθεί η δημοσιονομική πειθαρχία με μια συνεπή επενδυτική στρατηγική. Το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχουν πόροι, αλλά αν υπάρχει η θεσμική επάρκεια να μετατραπούν σε παραγωγικό κεφάλαιο.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ